Λιωμένο Βούτυρο στη Χαϊδελβέργη: απόηχος

28 04 2013

Φεστιβάλ θεάτρου στην Χαϊδελβέργη (Heidelberg Stückemarkt) αυτές τις μέρες με τιμώμενη χώρα την Ελλάδα και χθες είχαμε τη χαρά να γευθούμε το «Λιωμένο Βούτυρο» στο μικρό θεατράκι  Zwinger 1, στην παλιά πόλη. Με εξαντλημένα τα εισητήρια και την ευτυχία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας που καταφέραμε να πάρουμε τα τελευταία δύο πολύτιμα εισητήρια, φθάσαμε στο θέατρο χωρίς να ξέρω τι να περιμένω. Οι κριτικές από την Ελλάδα εξαιρετικές, οι επισκέψεις μου στην Ελλάδα σπάνιες και η λαιμαργία μου για πολιτισμό ακόρεστη. Όμως, ο ενθουσιασμός μου πυροδοτήθηκε κυρίως από το ευκαιριακό concept: ελληνικό θέατρο στην  Χαϊδελβέργη. Όχι, δεν είχα καθόλου σκεφτεί ότι το «Λιωμένο Βούτυρο» θα ήταν μια παράσταση-σταθμός για τις θεατρικές μου εμπειρίες ως θεατής. Ναι, τέσσερα χρόνια που λείπω από την φιλότεχνη Θεσσαλονίκη, έχω χάσει παραστάσεις που θα ήθελα πολύ να δω, και το «Λιωμένο Βούτυρο», τελικά ήταν σίγουρα μία από αυτές.

Πώς όμως ένα θεατρικό έργο μπορεί να μεταφερθεί στο εξωτερικό, πόσο ευέλικτο μπορεί να είναι ένα σχήμα και πόσο ιδιαίτερο είναι να παρουσιάζεται με γερμανικούς υπότιτλους; Περίμενα ότι το θέατρο θα είναι κατάμεστο με Έλληνες, φοιτητές και επιστήμονες που άδραξαν την ευκαρία. Με έκπληξη, όμως, διαπίστωσα ότι η συντριπτική πλειοψηφία των θεατών ήταν Γερμανοί.  Δύσκολο στοίχημα σκέφτηκα για τους συντελεστές του έργου… Να παρασύρεις και να ταξιδέψεις με την ερμηνεία σου ένα αλλόγλωσσο κοινό, ένα κοινό που κοιτάει και διαβάζει πάνω από το δραματουργικό πεδίο τη μετάφραση όσων λες και πράττεις. Κι όμως, όλοι μας ταξιδέψαμε… και μυρίζε τόσο έντονα στο τέλος «Λιωμένο Βούτυρο» το θέατρο.

Για το έργο έχουν γραφεί πολλά. Το «Λιωμένο Βούτυρο» βασίζεται στα κείμενα του Σάκη Σερέφα (νουβέλα, σενάριο για ταινία και θεατρικό έργο) τα οποία επεξεργάστηκε και συνέθεσε η Έλενα Μαυρίδου αποδίδοντας τη σημερινή μορφή του θεατρικού έργου. Η εξαιρετική σκηνοθεσία είναι του Σίμου Κακάλα (απέσπασε έπαινο από την Ένωση Ελλήνων Κριτικών)  ενώ η Έλενα Μαυρίδου έχει τιμηθεί για την ερμηνεία της με τα βραβεία «Κάρολος Κουν» και «Μελίνα Μερκούρη». Οκτώ χαρακτήρες ενσαρκώνουν οι τρεις ηθοποιοί της Εταιρείας Θεάτρου «Χώρος» (https://www.facebook.com/pages/Horos-Theatre-Company/214783705216460): ο Σίμος Κακάλας, η Έλενα Μαυρίδου και η Δήμητρα Κούζα. Οι τρεις τους, σε ένα λιτό σκηνικό, με σχεδόν μόνιμα ανοιχτά τα φώτα και εναλλαγές προσώπων με τις ιδιαίτερες μάσκες της Μάρθας Φωκά, ενσαρκώνουν ετερόκλητους χαρακτήρες με απόλυτη επιτυχία, ξεδιπλώνοντας το αστείρευτο ταλέντο τους.

Οξύμωρες εναλλαγές μεταξύ ιδιότυπου ρεαλισμού, επαναφοράς του θεατή στο «τώρα» και γρήγορων μικρών ταξιδιών στην Ελλάδα του 1950, στην Ελλάδα της επαρχίας, στην Ελλάδα των συμβιβασμών και του ανελεύθερου κοινωνικού κατεστημένου. Καθόλη τη διάρκεια του έργου δεν εφησυχάζεις. Τα συναισθήματα ποικίλουν, άφθονο γέλιο, προβληματισμός και συγκίνηση. Ο,τι βιώνεις ως θεατής, σε αφήνει να απορείς ακόμα και την επόμενη μέρα εάν τελικά η παράσταση είναι κωμωδία ή τραγωδία ή τα πάντα δεμένα περίεργα αλλά αρμονικά.

Η ιστορία μοιάζει κοινή: έγκλημα πάθους. Ο Τάσος φθάνει σε χωριό της Φλώρινας από την Αθήνα με «δυσμενή μετάθεση» λόγω οικονομικών παρασπονδιών στην Δημόσια Υπηρεσία του. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται την Λούλα, την οποία και αρραβωνιάζεται τάζοντάς της την ζωή στην Αθήνα που η Λούλα τόσο είχε ονειρευτεί. Για την Λούλα, ο Τάσος έμοιαζε με το εισητήριο για τη φυγή μακριά από τη μίζερη και επικριτική κοινωνία του χωριού της. Ο Τάσος ποτέ δεν της είπε την αλήθεια, και όταν η Λούλα τη μαθαίνει, η ματαίωση των προσδοκιών της πυροδοτεί την προσωπική της επανάσταση. Ρισκάρει, αφήνει πίσω τον Τάσο, το χωριό και τους δικούς της και φθάνει στη Θεσσαλονίκη για να γίνει ντιζέζ. Η Λούλα μοιάζει αφελής αλλά χαρούμενη, γεμάτη όνειρα. Ο Τάσος την αναζητά στη Θεσσαλονίκη, προσπαθώντας να διαχειριστεί τον πόθο του για την Λούλα και παράλληλα το βάρος των πικρόχολων σχολίων στη μικρή κοινωνία του χωριού. Το τελευταίο βράδυ που περνούν μαζί στο δωμάτιο 9 ξενοδοχείου στην οδό Εγνατία της Θεσσαλονίκης μένει να μεταμορφώσει τον Τάσο σε εγκληματία. Ένα ρουλεμάν και μια πετσέτα γίνονται τα φονικά όπλα και το μέσο για να «λιώσει» η ψυχή του Τάσου, να περάσει τη διαχωριστική γραμμή όπου ο εαυτός σου στέκεται πλέον απέναντι από τις πράξεις σου. Η ιστορία του Σάκη Σερέφα στην αρχική της εκδοχή, κυκλοφορεί ως νουβέλα από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο» και βασίστηκε σε αληθινά γεγονότα όπως περιγράφονται σε εφημερίδες της εποχής.

Η παράσταση κύλησε γρήγορα, με μοναδικές ερμηνείες και καθηλωτική αποτύπωση της στιγμής του φόνου με σβηστά φώτα και ένα περιπλανώμενο φακό, ως κατακλείδα. Μετά την παράσταση, είχαμε τη χαρά να συζητήσουμε με τον Σίμο, την Δήμητρα και την Έλενα για την πορεία τους, το «Λιωμένο Βούτυρο» και τις άλλες παραστάσεις τους, τις εμπειρίες τους από τις περιοδείες τους ανά την Ελλάδα. Ερωτήσεις στα γερμανικά, απαντήσεις στα ελληνικά και τα αγγλικά, ο Ανέστης Αζάς να μεταφράζει και όλοι να ρουφάμε επικοινωνία και συγκίνηση. Είδαμε τρεις ταλαντούχους ανθρώπους, ισορροπημένους, με πολλή αγάπη για το θέατρο και με κριτική ματιά για την Ελλάδα του σήμερα και την Ελλάδα του χθες. Image

Τους ευχόμαστε καλή συνέχεια και ελπίζουμε να τους έχουμε σύντομα ξανά στην Χαϊδελβέργη.

Ευτέρπη Κωσταρέλη





Χειμωνανθός-Γιάννης Χαρούλης

11 04 2013





Τα μοναχικά βήματα-Τάσος Λειβαδίτης

11 04 2013

Υπάρχει λένε μια μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά που θα την βρούμε;

Προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε κάτι απ’ τα χρόνια…

Αλήθεια τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τι έγινε χτες, όλα θολά συγκεχυμένα…

Το πρωί περπατάω πάνω στα ερείπια δύο πολέμων για να πάω στην κουζίνα για καφέ.

Οι αλήτες κοιτάζουν τα τραίνα που φεύγουν και τα μάτια τους για μια στιγμή μένουν ορφανά και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών, δεν είναι η βροχή αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε.

Οι μεθυσμένοι τρικλίζουν κάτω απ’ το βάρος της απεραντοσύνης, έξω απ’ τα ορφανοτροφεία, σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια κι η γυναίκα στο παράθυρο τόσο θλιμμένη, που είναι έτοιμη να φύγει για τον ουρανό.

Όλα θολά συγκεχυμένα… Οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση… ποιοί είμαστε; … άγνωστο… και μόνο καμιά φορά μέσα στους εφιάλτες μας βρίσκουμε κάτι απ’ τον αληθινό εαυτό μας.

Χέρια που γκρεμίστηκαν σε αδέξιες χειρονομίες, μενεξεδένια ευσπλαχνία του δειλινού που σκορπίζει λίγες βασιλικές δαντέλες στα γηροκομεία.

Το θεϊκό δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων, τα μοναχικά βήματα του περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου… μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;

Ω γενιά μου χαμένη πήραμε μεγάλους δρόμους… μείναμε στη μέση… η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ’ όλα τα ρολόγια.

Φίλοι παιδικοί που είστε; με ποιούς θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου στο άπειρο;

Οι μεγάλοι κάθονται στα καφενεία, οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να συλλαβίσουν το ανείπωτο, η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα της…

Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε… μια θλίψη τ’ απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία και κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη, είναι σαν να λέμε αντίο σ’ όλη τη ζωή.

Θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας Άννα; Το φύλο σου σαν ένα μισανοιγμένο όστρακο που τ’ ακούμπησε εκεί μια μακρινή τρικυμία, τα στήθη σου δύο μικρά ηλιοτρόπια μες τ’ αλησμόνητο πρωινό.

Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο.

Κάποτε θα αυτοκτονήσω μ’ έναν τρόπο συνταρακτικό, με χαμηλόφωνα λόγια από παλιές συνωμοτικές μέρες…

Α ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα…

Τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση… ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίχτες με τ’ ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη και τα καπέλα τους επιπλέανε ναυαγισμένα στη μουσική…





Κλείσε τα μάτια σου-Νίκος Πορτοκάλογου & Μελίνα Κανά

24 04 2012





Μιλώ για Σένα-Μελίνα Κανά

24 04 2012





ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΟΙ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ

17 04 2012

Aπομαγνητοφωνώ

τα κίνητρα αυτού του

-ηχορυπαντικού-

κόσμου,

αξίες και ιδανικά

ενός παγετώνα παρόντος.

Οι διάβολοι χορεύουν

ειρωνικά

στους ρυθμούς

της όποιας επιβιώσης.

Ακτινογραφώ τη λαϊκή οργή

σε πολιτείες με εξειδικευμένη σιωπή

και Πιλάτους με βιολογικά κρεμοσάπουνα

και αιθέρια έλαια δακρύων.

Ψυχές στερειμένες από αέρα

βαλτωμένες στην χωνευμένη ανελευθερία

και τις πρόστυχες ανισότητες.

Δυο γενιές κομίζουν το βάρος μιας ελπίδας,

απασφαλισμένη βόμβα

στα θεμέλια κάποιου ακόμη Κατεστημένου.

Κι η Άνοιξη;

Ίσως  δώσει φτερά

σε όσες κάμπιες επέζησαν της έκρηξης.





Πεχλιβάνης-Θανάσης Παπακωνσταντίνου

16 04 2012