Γιάννης Ρίτσος-Σάρκινος λόγος

14 08 2013

Τα ποιήματα που έζησα στο σώμα σου σωπαίνοντας,
θα μου ζητήσουν, κάποτε, όταν φύγεις, τη φωνή τους.
Όμως εγώ δεν θάχω πια φωνή να τα μιλήσω. Γιατί εσύ συνήθιζες πάντα
να περπατάς γυμνόποδη στις κάμαρες, κι ύστερα μαζευόσουν
στο κρεβάτι
ένα κουβάρι πούπουλα, μετάξι κι άγρια φλόγα. Σταύρωνες τα χέρια σου
γύρω στα γόνατά σου, αφήνοντας προκλητικά προτεταμένα
τα σκονισμένα σου ρόδινα πέλματα. Να με θυμάσαι- μούλεγες- έτσι·
έτσι να με θυμάσαι με τα λερωμένα πόδια μου· με τα μαλλιά μου
ριγμένα στα μάτια μου- γιατί έτσι βαθύτερα σε βλέπω. Λοιπόν,
πώς νάχω πια τη φωνή. Ποτέ της η Ποίηση δεν περπάτησε έτσι
κάτω από τις πάλλευκες ανθισμένες μηλιές κανενός Παραδείσου.

Αθήνα, 16. 11. 81    (Τα ερωτικά, εκδόσεις Κέδρος σελ. 112)

Advertisements




Μάρκος Μέσκος- ΙΙΙ [Κάποτε θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου…]

25 07 2013

ΙΙΙ

Κάποτε θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σου θα ’σαι ένα τίποτε
άνθη κερασιάς ρόδα στους κήπους και αγάπη — ποια αγάπη;

Χελιδόνια πού κλειδώνουν τον αέρα της νυχτερίδας γκρεμός
καί το φεγγάρι απάτη από χαρτί. Στο ποταμάκι κάθονται
συλλογισμένοι οι φίλοι
στο χέρι καθρεφτίστηκες κι εσύ
υγρό κόκκινο φύλλο τα χείλια σου μα ξάφνου
σταφύλια σάπια κατεβασιά στον Άδη—
η λήθη βρέχει σήμερα όχι ο ουρανός.

Πριν απ’ τον κόσμο και μετά τον κόσμο η Γη μωρό στα σεντόνια
του τάφου
τρωκτικά ρολόγια το φως τρυπάει περισσότερο κι αν βρέξει κάποτε
αυτοστιγμεί κλείνει τ’ ομπρελίνο στα μάτια πόνος οξύς
η βροχή όρθια σκάλα
ψηλά ψηλά ό ουρανός πώς να μισέψεις; Μόνον
οι μεταλλωρύχοι σκαρφαλώνουν στον ουρανό από τη μαύρη
νύχτα στο λίγο αέρι
ήλιος και χρυσάνθεμα και λυπημένη παρηγοριά και γλάροι εξόριστοι
και φεγγαρόψαρα του βυθού — για σε δαμάλια σφαγμένα. Ξένα
λοιπόν
και τα όνειρα, στα μάτια να σε κοιτάξω και να πεθάνω
να σε φιλήσω και να χαθώ απ’ τον κόσμο
μπροστά ένα ασήκωτο δειλινό κρασί το ποτίζεις να λαφρώσει
πιο κάτω είναι καλύτερα (βαθύ μουρμούρισμα χόρτα θαλασσινά)
ο ήλιος φεύγει
φεύγω κι εγώ
με τον ύπνο περνώ και με καπνό τον άσπρο φράχτη.

(Τα ισόβια ποιήματα, 1977, Μαύρο Δάσος εκδ. Νεφέλη σελ. 183)





Τα μοναχικά βήματα-Τάσος Λειβαδίτης

11 04 2013

Υπάρχει λένε μια μεγάλη περιπέτεια για τον καθένα μας, αλλά που θα την βρούμε;

Προς το παρόν ξεφυλλίζουμε τα παλιά ημερολόγια μήπως και σώσουμε κάτι απ’ τα χρόνια…

Αλήθεια τι συμβαίνει στην πραγματικότητα, ποιός θυμάται τι έγινε χτες, όλα θολά συγκεχυμένα…

Το πρωί περπατάω πάνω στα ερείπια δύο πολέμων για να πάω στην κουζίνα για καφέ.

Οι αλήτες κοιτάζουν τα τραίνα που φεύγουν και τα μάτια τους για μια στιγμή μένουν ορφανά και πάνω στις τζαμαρίες των σταθμών, δεν είναι η βροχή αλλά τα απραγματοποίητα ταξίδια που κλαίνε.

Οι μεθυσμένοι τρικλίζουν κάτω απ’ το βάρος της απεραντοσύνης, έξω απ’ τα ορφανοτροφεία, σωπαίνουν τα διωγμένα παραμύθια κι η γυναίκα στο παράθυρο τόσο θλιμμένη, που είναι έτοιμη να φύγει για τον ουρανό.

Όλα θολά συγκεχυμένα… Οι άλλοι φτιάχνουν από μας ένα πρόσωπο για δική τους χρήση… ποιοί είμαστε; … άγνωστο… και μόνο καμιά φορά μέσα στους εφιάλτες μας βρίσκουμε κάτι απ’ τον αληθινό εαυτό μας.

Χέρια που γκρεμίστηκαν σε αδέξιες χειρονομίες, μενεξεδένια ευσπλαχνία του δειλινού που σκορπίζει λίγες βασιλικές δαντέλες στα γηροκομεία.

Το θεϊκό δικαίωμα των φτωχών πάνω στα υπάρχοντα των άλλων, τα μοναχικά βήματα του περαστικού που σου θυμίζουν όλη τη ζωή σου κι ο πατέρας μου πεθαμένος εδώ και τόσα χρόνια έρχεται κάθε βράδυ και με συμβουλεύει στον ύπνο μου… μα πατέρα του λέω, ξεχνάς ότι τώρα είμαστε συνομήλικοι;

Ω γενιά μου χαμένη πήραμε μεγάλους δρόμους… μείναμε στη μέση… η ώρα του θανάτου μας είναι γραμμένη σ’ όλα τα ρολόγια.

Φίλοι παιδικοί που είστε; με ποιούς θα συνεχίσω τώρα την περιπλάνησή μου στο άπειρο;

Οι μεγάλοι κάθονται στα καφενεία, οι γρύλοι τα βράδια προσπαθούν να συλλαβίσουν το ανείπωτο, η μητέρα άνοιγε τα γράμματα με τη φουρκέτα της…

Η ζωή μας είναι ένα μυστήριο που δεν μπορούμε να το μοιραστούμε… μια θλίψη τ’ απογεύματα σαν άρωμα από παλιά βιβλία και κάθε φορά που προσπερνάμε ένα διαβάτη, είναι σαν να λέμε αντίο σ’ όλη τη ζωή.

Θυμάσαι τις ερωτικές στιγμές μας Άννα; Το φύλο σου σαν ένα μισανοιγμένο όστρακο που τ’ ακούμπησε εκεί μια μακρινή τρικυμία, τα στήθη σου δύο μικρά ηλιοτρόπια μες τ’ αλησμόνητο πρωινό.

Οι επαναστάτες είναι ανήσυχοι για το μέλλον, οι εραστές για το παρελθόν, οι ποιητές έχουν επωμιστεί και τα δύο.

Κάποτε θα αυτοκτονήσω μ’ έναν τρόπο συνταρακτικό, με χαμηλόφωνα λόγια από παλιές συνωμοτικές μέρες…

Α ζωή, μια χειραψία με το άπειρο πριν χαθείς για πάντα…

Τα παιδιά ξέρουν καλά ότι το αδύνατο είναι η πιο ωραία λύση… ενώ στο βάθος του δειλινού οι δύο οργανοπαίχτες με τ’ ακορντεόν παίζανε τώρα για την τύχη και τα καπέλα τους επιπλέανε ναυαγισμένα στη μουσική…





H περιφραστική πέτρα-Κική Δημουλά

2 09 2011

 

Μίλα.

Πες κάτι, οτιδήποτε.

Μόνο μη στέκεις σαν ατσάλινη απουσία.

Διάλεξε έστω κάποια λέξη,

που να σε δένει πιο σφιχτά

με την αοριστία.

Πες:

«άδικα»,

«δέντρο»,

«γυμνό».

Πες:

«θα δούμε»,

«αστάθμητο»,

«βάρος».

Υπάρχουν τόσες λέξεις που ονειρεύονται

μια σύντομη, άδετη, ζωή με τη φωνή σου.

Μίλα.

Έχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.

Εκεί που τελειώνουμε εμείς

Αρχίζει η θάλασσα.

Πες κάτι.

Πες «κύμα», που δεν στέκεται.

Πες «βάρκα», που βουλιάζει

αν την παραφορτώσεις με προθέσεις.

Πες «στιγμή»,

που φωνάζει βοήθεια ότι πνίγεται,

μην τη σώζεις,

πες,

«δεν άκουσα».

Μίλα.

Οι λέξεις έχουν έχθρες μεταξύ τους,

έχουν τους ανταγωνισμούς:

αν κάποια απ αυτές σε αιχμαλωτίσει,

σ’ ελευθερώνει άλλη.

Τράβα μία λέξη απ΄τη νύχτα

στην τύχη.

Ολόκληρη νύχτα στην τύχη.

Μη λες «ολόκληρη»,

πες «ελάχιστη»,

που σ αφήνει να φύγεις.

Ελάχιστη

αίσθηση,

λύπη

ολόκληρη

δική μου.

Ολόκληρη νύχτα.

Μίλα.

Πες «αστέρι», που σβήνει.

Δεν λιγοστεύει η σιωπή με μια λέξη.

Πες «πέτρα»,

που είναι άσπαστη λέξη.

Έτσι, ίσα ίσα

να βάλω έναν τίτλο

σ αυτή τη βόλτα την παραθαλάσσια.





Περιπέτεια – Τάσος Λειβαδίτης

5 08 2011

……Απ’ τον πατέρα μου κληρονόμησα αυτό το δυστυχισμένο χέρι κι απ’ τη μητέρα μου ένα μεγάλο φτερό, από κείνα που έβγαζε απ’ την ψυχή της και τα κάρφωνε στο αστείο καπέλο της — είναι από τότε που τις νύχτες η παλιά ντουλάπα ανοίγει μόνη της και βγαίνει η λαιμητόμος, εγώ παλεύω μαζί της, παίρνω τον μπαλντά και την κάνω κομμάτια, ύστερα καταπίνω τις σανίδες για να μην τις βρουν, πολλοί ναυαγοί σώθηκαν έτσι.

……Χρόνια έζησα τρέμοντας τις πόρτες, ώσπου μάζεψα τα χαρτιά μου, τις τύψεις μου κι έφυγα. Μα στον πρώτο σταθμό είδα πάλι εκείνο το παιδικό φτερό και κατέβηκα.
….…Από τότε έμεινα για πάντα στην Κόλαση.

από τη συλλογή Νυχτερινός επισκέπτης (1972)





Στο δρόμο της Δαμασκού -Ντίνος Χριστιανόπουλος

26 07 2011

Αδύνατο να δούμε τίποτε∙ μόνο ακούγαμε,

λες κι ο Θεός μάς έκανε μια μικρή συγκατάβαση.

Όμως εκείνος έβλεπε καλά,

με μια ψυχή αναλωμένη περισσότερο,

μέχρι που τον σηκώσαμε τυφλό:

η αποκάλυψη τον έκανε ερείπιο.

 

Έτσι ο Σαύλος έγινε Παύλος – όσο για μας,

μείναμε οι ίδιοι ύστερα απ’ τις πρώτες εντυπώσεις,

ίσως γιατί δεν ήμασταν σκεύη εκλογής. Αργότερα

πήραμε απόφαση ν’ αλλάξουμε (όταν νιώσαμε

τριγύρω μας μονάχα εγκατάλειψη),

έστω κι αν ξέραμε πως μέσα μας

φέρναμε το δαίμονα μιας νέας φυγής.






Αυτοσυντήρηση – Κική Δημουλά

27 06 2011

Θα πρέπει να ήταν άνοιξη
γιατί η μνήμη αυτή
υπερπηδώντας παπαρούνες έρχεται.
Εκτός εάν η νοσταλγία
από πολύ βιασύνη,
παραγνώρισ’ ενθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους όλα
όταν τα πάρει ο χαμός.
Αλλά μπορεί να’ναι ξένο αυτό το φόντο,
να’ναι παπαρούνες δανεισμένες
από μιάν άλλην ιστορία,
δική μου ή ξένη.
Τα κάνει κάτι τέτοια η αναπόληση.
Από φιλοκαλία κι έπαρση.

Όμως θα πρέπει να ‘ταν άνοιξη
γιατί και μέλισσες βλέπω
να πετούν γύρω απ΄αυτή τη μνήμη,
με περιπάθεια και πίστη
να συνωστίζονται στον καλύκά της.
Εκτός αν είναι ο οργασμός
νόμος του παρελθόντος,
μηχανισμός του ανεπανάληπτου.
Αν μένει πάντα κάποια γύρις
στα τελειωμένα πράγματα
για την επικονίαση
της εμπειρίας, της λύπης
και της ποιήσης.